αλκάζω

αλκάζω
ἀλκάζω (Α)
1. κατά τους λεξικογράφους, πολεμώ με γενναιότητα
2. (μέσ. ἀλκάζομαι) αμύνομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ρηματικό παράγωγο τής ρίζας ἀλκ-, με την οποία συνδέονται επίσης και οι λ. ἄλαλκε*, ἀλκί, ἀλκαθεῖν.
ΠΑΡ. αρχ. ἄλκασμα].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ἀλκᾷ — ἀλκάζω put forth strength fut ind mid 2nd sg (epic doric aeolic) ἀλκάζω put forth strength fut ind act 3rd sg (epic doric aeolic) ἀλκή strength fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλκῇ — ἀλκάζω put forth strength fut ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀλκάζω put forth strength fut ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀλκή strength fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλκάζειν — ἀλκάζω put forth strength pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλκάζουσαν — ἀλκάζω put forth strength pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλκῆς — ἀλκάζω put forth strength fut ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀλκή strength fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλκῶ — ἀλκάζω put forth strength fut ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠλκάζοντο — ἀλκάζω put forth strength imperf ind mp 3rd pl (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλκᾶν — ἄλκη elk fem gen pl (doric aeolic) ἀλκάζω put forth strength fut part act masc voc sg (doric aeolic) ἀλκάζω put forth strength fut part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀλκάζω put forth strength fut part act masc nom sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλαλκε — ἄλαλκε (Α) (γ΄ ενικό πρόσ. αορ. β΄) απομακρύνω απωθώ βλ. και ἀλέξω. [ΕΤΥΜΟΛ. Επικός και ποιητικός γενικότερα ρηματικός τ. (γ΄ ενικού πρόσ. και αορ. β΄) που σχηματίζεται από τη μονοσύλλαβη ρ. ἀλκ με αναδιπλασιασμό. Μεταπτωτική βαθμίδα τής ίδιας… …   Dictionary of Greek

  • ἀλκᾶι — ἀλκᾷ , ἀλκάζω put forth strength fut ind mid 2nd sg (epic doric aeolic) ἀλκᾷ , ἀλκάζω put forth strength fut ind act 3rd sg (epic doric aeolic) ἀλκᾷ , ἀλκή strength fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”